Μία γυναίκα, που αποτελούσε σύμβολο ενός ολόκληρου αιώνα για την τοπική κοινωνία της κοινότητας Γυμνού, του Δήμου Ερέτριας, έφυγε από την ζωή σε ηλικία 101 ετών.
Πρόκειται για την Λευκάδα Παπαχαραλάμπους, η οποία γεννήθηκε ένα χρόνο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή, την χειρότερη καταστροφή στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας.
Η ίδια βίωσε με τον χειρότερο τρόπο, άλλη μία καταστροφική περίοδο για την Ελλάδα, αυτήν της Κατοχής από τους Γερμανούς και τον εμφύλιο πόλεμο, που ακολούθησε.
Στην περίφημη μάχη της Βάθειας (σημερινή Αμάρυνθος), το 1944, σκοτώθηκε ο άντρας της και έμεινε χήρα σε ηλικία 23 ετών, με τρία παιδιά, ηλικίας μόλις 2,4 και 6 ετών, σε μία ταραγμένη ιστορικά και δύσκολη οικονομικά περίοδο για όλη την χώρα.
Μεγάλωσε τα παιδιά της μόνη της, με αξιοπρέπεια και μεγάλο αγώνα, τα είδε να προκόβουν και να γίνονται σεβαστά μέλη της κοινωνίας και ευτύχισε στον μακρύ βίο της να αποκτήσει εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα.
Η κηδεία της τελέστηκε το πρωί της Τρίτης 6 Σεπτεμβρίου, στον ιερό ναό Αγίου Ιωάννη, στο Κοιμητήριο της κοινότητας Γυμνού, όπου συγγενείς, φίλοι της οικογένειας και πολλοί κάτοικοι του χωριού την συνόδεψαν στην τελευταία της κατοικία.
Όλοι οι παριστάμενοι έκλαψαν, όταν - αντί για άλλο επικήδειο- αναγνώστηκε το ποίημα που έγραψε γι΄ αυτήν η κόρη της Κατερίνα (Ρίνα) Βλάσση. Στους στίχους αυτού του ποιήματος είχε συμπυκνωθεί όλη η ζωή της Λευκάδας Παπαχαραλάμπους, μίας σύγχρονης ηρωΐδας της ζωής.
Η ΜΑΝΑ
Μάνα γλυκό μου όνομα, μεγάλη ιστορία,
εσύ που μας μεγάλωσες με πόνο και αγωνία.
Χωρίς φαΐ, χωρίς ψωμί, ρούχα να μας αλλάξεις
ούτε σεντόνι σ' άφησαν, μάνα να μας σκεπάσεις.
..........................................................................
Μα εσύ σαν κλώσα μάνα μου, άνοιγες τα φτερά σου,
κι έβαζες τα παιδάκια σου μέσα στην αγκαλιά σου.
Παιδιά μου κάντε υπομονή, η νύχτα να περάσει,
ίσως είναι καλύτερη η μέρα που θα φτάσει.
.......................................................................
Έτσι περνούσε ο καιρός, με υπομονή και πόνο,
εσύ γλυκιά μανούλα μου εσύ το ξέρεις μόνο.
Τρία παιδάκια ορφανά, δύο, τεσσάρων και έξι,
περίμενες μανούλα μου, στο σπίτι σου να φέξει.
..........................................................................
Ώσπου μια μέρα μάνα μου, σήκωσες το κεφάλι,
στα πόδια έβαλες σίδερα, στα χέρια σου ατσάλι.
Και ξεκινάς για το βουνό, ξύλα για να μαζέψεις,
να τα πουλάς μανούλα μου, τα ορφανά να θρέψεις.
...............................................................................
Βάζεις τα νιάτα στην ποδιά, ξεχνάς την ομορφιά σου,
και έκατσες και μεγάλωσες τα τρία τα παιδιά σου.
Στάθηκες βράχος δίπλα μας, ήσουν μια ηρωΐδα,
και νιώθω υπερήφανη γι΄ αυτή σου την θυσία.
........................................................................
Κι αν κάποτε μανούλα μου σε έχουμε πικράνει,
τράβηξε στη σελίδα σου μια χαρακιά μεγάλη.
Ο Χάρος δεν εχόρτασε τα τόσα βάσανά σου,
πήρε τον Βασιλάκη σου, και το μικρό το Δεσποινάκι.
...............................................................................
Ήρθε η ώρα μάνα μου, φεύγεις από κοντά μας,
θα μείνεις όμως ζωντανή πάντα μες την καρδιά μας.
Βασανισμένο μου κορμί, τώρα θα ξαποστάσεις,
ψηλά πάνω στον ουρανό, την ώρα που θα φτάσεις.
.................................................................................
Μάνα γλυκιά, μάνα σεμνή, μάνα μου ηρωΐδα,
μάνα γλυκό μου όνομα και ατέλειωτη σελίδα.
Θα ακούω την ανάσα σου, όσο μακριά και να ' σαι,
γιατί θα είναι ελαφρύ το χώμα, που κοιμάσαι.