Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 6): Εκβιασμός
* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη
Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2, το κεφάλαιο 3, το κεφάλαιο 4 και το κεφάλαιο 5
Ο Κοτρωνάς απευθύνθηκε στους γονείς. «Υπό τις παρούσες συνθήκες καλοί μου, πρέπει να σας πω ότι η υπόθεση παραπέμπει σε απαγωγή. Μένει να δούμε γιατί έγινε· με ποιο κίνητρο. Δεν θέλω να χάνουμε άλλο χρόνο εδώ. Θα σας πάω εγώ στην Αθήνα, ενώ οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν το ταξίδι τους». Γύρισε προς τους αστυνομικούς και τους άνδρες της ΕΜΑΚ, που πλέον είχαν σταματήσει την αναζήτηση. «Πάρτε τα ονόματα όλων, αρχιφύλακα, και αφήστε τον κόσμο να φύγει. Εγώ κατεβαίνω στο αρχηγείο με τους κυρίους».
Έπιασε προστατευτικά τη Λένια απ’ τη μέση και κατευθύνθηκε προς το ετοιμόρροπο Σιτροέν. Πίσω τους ακολούθησε ο Φίλιππος. «Εκεί που θα πάμε» είπε ο αστυνόμος «θα δώσετε επίσημη κατάθεση. Αλλά ευκαιρία είναι, να τα πούμε και στη διαδρομή. Έτσι δεν είναι;» Η Λένια κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι. «Κύριε Ελπήνορα…» «Σας παρακαλώ κυρία, θέλω να ξεχνώ το μικρό μου όνομα» τη διέκοψε ο Κοτρωνάς «εξ αυτού, έχω τραυματικές -παιδικές κυρίως- αναμνήσεις. Παρακαλώ χρησιμοποιείτε το “αστυνόμε”» «Κι όμως αστυνόμε, το όνομά σας ήταν που, πάνω απ’ όλα, με έκανε να σας εμπιστευτώ. Η ευγενική καταγωγή που φανερώνει το μικρό σας όνομα και ο βαθύς του συμβολισμός. Θα σας πω ό,τι μου ζητήσετε».
Ο Φίλιππος μουρμούρισε «δεν ξέρω αν αυτό είναι σωστό - μια συζήτηση εν είδει κουτσομπολιού… Μια επίσημη κατάθεση, ίσως και με το δικηγόρο μας, τη θεωρώ -ας πούμε- πιο ορθολογική αντιμετώπιση».
Οι σχισμές που είχε αντί για μάτια ο Κοτρωνάς στρογγύλεψαν. «Κύριε Αδαμόπουλε, αν με αντιμετωπίζετε με τον τρόπο αυτόν, παρακαλώ να περιμένετε να έρθει το ανακριτικό από τη Λαμία. Αφού τελειώσουν τη δουλειά τους οι συνάδελφοι, θα μπορέσετε να φύγετε… αν βρείτε μέσον φυσικά». Ο Φίλιππος, προς έκπληξη όλων, συμφώνησε: «Ναι, προτιμώ αυτό. Θα ειδοποιήσω έναν φίλο να ’ρθει μετά να μας πάρει».
Η Λένια αντέδρασε. «Εγώ θα πάω με τον κύριο Ελπ… - αστυνόμο ήθελα να πω. Εσύ κάνε ό,τι θες! Ούτως ή άλλως οι ιδέες σου μας οδήγησαν ως εδώ: να πάμε -λέει- στη Θεσσαλονίκη, όπως όταν ήμασταν φοιτητές. Τι ιδέα! Τι γελοίο! Έτσι χάσαμε την Έρση μας». Γύρισε στον Κοτρωνά. «Αλήθεια, ξέρετε τι σημαίνει “Έρση”;» «Νομίζω ότι στα αρχαία σημαίνει “δροσιά”» απάντησε εκείνος. «Θα έρθω μαζί σας κύριε Ελπήνορα. Ακόμα και στον Άδη θα κατέβω μαζί σας, αρκεί να νιώσω ξανά τη δροσιά της Έρσης». Ο Φίλιππος άλλαξε γνώμη. «Καλώς Λένια - ό,τι πεις».
Μπήκανε κι οι τρεις στο αυτοκίνητο. Η πρώτη ώρα πέρασε βουβή - όσο βουβή μπορεί να είναι, μ’ ένα αυτοκίνητο που έτριζε σα χαλασμένο πλυντήριο. Ο αστυνόμος κάπνιζε ασταμάτητα. Το τασάκι δεν είχε άλλο χώρο και προτιμούσε ένα κυπελάκι του καφέ, που είχε σφηνώσει στη θέση για τις κασέτες.
«Μπορώ ν’ ανάψω ένα τσιγάρο;» ρώτησε ο Φίλιππος. «Ο καπνός με ενοχλεί πολύ…» έκανε ο Κοτρωνάς. Η ολοφάνερη ειρωνεία ανησύχησε τον Φίλιππο. Και σωστά! Η συμπεριφορά του είχε ξυπνήσει τη διαίσθηση του Κοτρωνά - διαίσθηση, για την οποία είχε γίνει διάσημος στην αστυνομία. Λοιπόν, ο Φίλιππος, καθόλου δεν άρεσε στον αστυνόμο.
Έξω απ’ το Σχηματάρι, χτύπησε το τηλέφωνο της Λένιας. Ο διάλογος ήταν ο εξής: «Μάλιστα…» «Καλησπέρα! Δυο εκατομμύρια και η κόρη σας επιστρέφει σπίτι» «Σας παρακαλώ…» «Μη γίνει κάνα λάθος! Θα περιμένουμε την απόφασή σας. Πέστε το στον μπαμπά σας. Δύο εκατομμύρια ο κύριος Φωτίου τα βγάζει σε μια βδομαδούλα…» «Είναι καλά;» «Πολύ καλά, κι αν πάνε όλα καλά, θα ’μαστε κι εμείς καλύτερα. Θα μιλήσουμε αύριο, ίδια ώρα». Η γραμμή έκλεισε. Η Λένια μετέφερε στον Κοτρωνά κάθε λέξη.


















