Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 7): Στην Αθήνα

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 7): Στην Αθήνα
30 Ιουνίου 2019, 07:56
A+ A-
Η δράση μεταφέρεται στην πρωτεύουσα.

* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη

Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 το κεφάλαιο 4, το κεφάλαιο 5 και το κεφάλαιο 6

 

Μετά το τηλεφώνημα για λύτρα, ο αστυνόμος Κοτρωνάς ήξερε πολύ καλά ότι τουλάχιστον μέχρι την επομένη θα υπήρχε σιωπή - τα πράγματα θα έμεναν στάσιμα. Πήγε μαζί με τους γονείς στη ΓΑΔΑ, όπου, αφού έδωσαν μια τυπική κατάθεση, που δεν πρόσθεσε κανένα νέο στοιχείο, με υπόδειξη των ανωτέρων του, ο Κοτρωνάς τους μετέφερε σπίτι τους.   

 

Το διαμέρισμα βρισκόταν στην Περιφερειακή του Λυκαβηττού - οδός Σαρανταπήχου. Έδωσαν τη διεύθυνση στον Κοτρωνά. Εκείνος οδήγησε ως εκεί πολύ γρήγορα, με σιγουριά ταξιτζή. Έφτασαν κατά τις 11 το βράδυ. 

 
«Σας παρακαλώ κύριε αστυνόμε» τον παρακάλεσε η Λένια, «ανεβείτε για ένα ποτό και να τσιμπήσετε κάτι. Μετά από τόση ταλαιπωρία εξ αιτίας μας…» «Κυρία, σας ευχαριστώ! Δεν θα το αρνηθώ» απάντησε ο Κοτρωνάς, ενώ κοιτούσε τον Φίλιππο, ο οποίος γύρισε την πλάτη φανερά ενοχλημένος και ξεκλείδωσε την είσοδο της πολυκατοικίας.

 

Ήταν από εκείνες τις παλιές οικοδομές του Κολωνακίου, με τις εντυπωσιακά μεγάλες εισόδους, με τα λευκά μάρμαρα και το -άδειο πλέον- δρύινο γραφείο του θυρωρού. Ανέβηκαν στον 4ο όροφο και μπήκαν σε ένα τεράστιο σαλόνι, έναν ενιαίο χώρο όπου άνετα θα χωρούσε μισό αεροπλάνο. Το διαμέρισμα είχε ανακαινιστεί και ο 4ος με τον 5ο όροφο αποτελούσαν μία μεζονέτα. Η θέα σε όλη τη φωτισμένη Αθήνα σου έκοβε την ανάσα. Όπως κόπηκε άλλωστε και του Ελπήνορα Κοτρωνά.


«Εδώ έμεναν παλιά οι γονείς μου» είπε η Λένια. «Τώρα, το έχουν παραχωρήσει σε εμάς». «“Παραχωρήσει” - όχι “μεταβιβάσει” βιάστηκε να συμπληρώσει ειρωνικά ο Φίλιππος. «Βλέπετε ο κύριος Φωτίου -ο πεθερός μου-  δεν φημίζεται για κουβαρντάς!» «Μιας και ανεβήκαμε» άλλαξε κουβέντα ο αστυνόμος, «δεν μου βάζετε εκείνο το ποτό και να πούμε και δυο πρακτικές κουβέντες;».

 

Η Λένια έβαλε ουίσκι από μια κρυστάλλινη μποτίλια και το άφησε μπροστά στους δύο άντρες «Υπέροχο!» είπε ο Κοτρωνάς, πίνοντας την πρώτη γουλιά. «Γκλένροθς;» «Μάλιστα» απάντησε εντυπωσιασμένος ο Φίλιππος. Αυτή η ευρυμάθεια του Κοτρωνά τον τρόμαζε. Αντικειμενικά, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα αν στη θέση του βρισκόταν ένας βαριεστημένος αστυνομικός, που θα ʼθελε να τελειώνει και να γυρίσει στη Λαμία μια ώρα αρχύτερα. Ετούτος εδώ φαινόταν να μην βιάζεται καθόλου.

 

Ο Κοτρωνάς σαν να κατάλαβε την ανησυχία του. «Τα πράγματα, όσον αφορά εμένα, είναι σχετικώς απλά» είπε. «Σε αυτές τις γειτονιές μεγάλωσα. Ο πατέρας μου εκ Λαμίας - φιλόλογος στο Βαρβάκειο. Η μητέρα μου απ’ την Αθήνα, μαθηματικός. Λεφτά πολλά δεν υπήρχαν, αλλά στους γονείς μου άρεσαν πάντα τα εκλεπτυσμένα πράγματα. Θυσίαζαν άλλα, για να απολαύσουν μια διάσημη παράσταση στο Ηρώδειο, να ’χουν ένα καλό αυτοκίνητο, να πίνουν ένα καλό ουίσκι... Ώσπου, σκοτώθηκαν και οι δύο σε αυτοκινητιστικό στη Συγγρού. Είχαν πιεί ένα μπουκάλι Γκλένροθς. Δεν άντεχα άλλο να ζω εδώ. Ζήτησα μετάθεση για Λαμία, όπου ζούσαν ακόμα οι παππούδες μου». Η Λένια τον άκουγε μαγεμένη.

 

Ο Φίλιππος σηκώθηκε επιδεικτικά και πήγε προς την εσωτερική σκάλα. «Συγχωρείστε με» είπε «εγώ πάω για ύπνο. Είμαι κυριολεκτικά πτώμα». Ο Κοτρωνάς δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. Ούτε όμως ο Φίλιππος. Ο αστυνόμος περίμενε λίγο και μετά ρώτησε τη Λένια «Νομίζετε πως ο παππούς της Έρσης θα πληρώσει;». «Οπωσδήποτε!» απάντησε εκείνη «οι γονείς μου τη λατρεύουν». «Λοιπόν τηλεφωνήστε τώρα στον μπαμπά σας. Συμβουλεύω τα λίτρα να δοθούν. Η Υπηρεσία έχει τρόπο να παρακολουθήσει την πορεία τους. Στη βαλίτσα θα υπάρχει μηχανισμός παρακολούθησης - ένα GPS» .
Σηκώθηκε. «Τα λέμε λοιπόν αύριο. Καληνύχτα κυρία». Η Λένια έτρεξε στο τηλέφωνο.
 

Επιστροφή