Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 8): Διαπραγματεύσεις

Η ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΕΡΣΗΣ (κεφάλαιο 8): Διαπραγματεύσεις
1 Ιουλίου 2019, 07:01
A+ A-
Κορυφώνεται το δράμα...

* Του Λεωνίδα Ιωαννίδη

Διαβάστε το κεφάλαιο 1, το κεφάλαιο 2 και το κεφάλαιο 3 το κεφάλαιο 4, το κεφάλαιο 5, το κεφάλαιο 6 και το κεφάλαιο 7

 

Την επόμενη ο καιρός είχε αλλάξει. Από μια σχεδόν καλοκαιρινή μέρα, ξανάρθε χειμώνας. Έβρεχε ασταμάτητα κι έκανε ψύχρα. Ωστόσο, η ατμόσφαιρα στο σπίτι του Φίλιππου και της Λένιας έκαιγε. Ένα συνεργείο ειδικών από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών είχε μετακομίσει, κουβαλώντας εξοπλισμό παρακολούθησης και εντοπισμού. Ο Κοτρωνάς κοιτούσε το ρολόι του. Ήταν ήδη 2 το μεσημέρι και το τηλέφωνο της Λένιας παρέμενε βουβό.   

 

Εκείνη, το προηγούμενο βράδυ, είχε τηλεφωνήσει στον πατέρα της. Ο εφοπλιστής βρισκόταν όπως πάντα, ακόμα κι εκείνη την άγρια ώρα, στο γραφείο του. «Κοίτα Λένια» της είχε πει με ελαφρό τρέμουλο στη φωνή, που για τον άκαμπτο Φώτο Φωτίου σήμαινε ότι το νέο τον είχε συγκλονίσει. «Αυτοί οι αλήτες θα το πληρώσουν ακριβά. Πες τους πως δίνω 500 χιλιάρικα. Αυτά είναι τα μετρητά που μπορώ να μαζέψω και τέλος. Αλλιώς θα βάλω να τους βρουν και να τους λιώσουν. Φυλακή, πες τους, δεν πρόκειται να δουν· θα δουν κατευθείαν τα καζάνια της κολάσεως. Αυτό να τους πεις!» «Θα πω για ένα εκατομμύριο, πατέρα. Σε παρακαλώ!» είπε με αναφιλητά η Λένια. Ο Φωτίου μαλάκωσε. «Καλώς, ας γίνει έτσι. Ποτέ δεν ήσουν καλή στα παζάρια. Θα πάρω τώρα τον Υπουργό να ρίξει πίσω τους τα καλύτερα λαγωνικά. Πώς τον είπες αυτόν τον αστυνομικό το Λαμιώτη; Κοτρωνά; Το μικρό; Πώς; Ελπήνορα! Ε, βέβαια! Εσύ μόνο απάνω σ’ έναν Ελπήνορα θα μπορούσες να πέσεις…».


***


Το τηλέφωνο χτύπησε στις 15:39΄. Οι αστυνομικοί ενεργοποίησαν το σύστημα εντοπισμού. Ο Κοτρωνάς έκανε νόημα στη Λένια να απαντήσει. Ο διάλογος ήταν ο εξής: «Μάλιστα…» «Με τα χρήματα εντάξει κυρία Φωτίου; Θέλουμε κι εμείς να τελειώνουμε. Το παιδάκι έχει πλαντάξει απ’ το κλάμα. Θέλει τη μαμά του». «Σας παρακαλώ! Μίλησα με τον πατέρα μου, αλλά δεν… τόσα χρήματα…». «Πέστε του ότι σ’ εμάς δε χωράνε παζάρια».

«Ο πατέρας μου είπε… δίνει… τα μισά». «Ε, τότε κι εμείς θα σας επιστρέψουμε το μισό παιδί». Η γραμμή έκλεισε. Οι αστυνομικοί αναστέναξαν απογοητευμένοι. Με τόση διάρκεια ο εντοπισμός ήταν αδύνατος.
Ο Φίλιππος σηκώθηκε. «Έπρεπε να της πείτε να τους κρατήσει στο τηλέφωνο περισσότερο» πέταξε επικριτικά στον Κοτρωνά. «Δεν μπορώ άλλο αυτόν τον ερασιτεχνισμό της… επαρχίας. Θα έπρεπε ν’ αφήσετε τους ειδικούς να μιλούν. Εν πάση περιπτώσει, εγώ πάω μια βόλτα. Αν μείνω άλλο εδώ, θα σκάσω». Ο αστυνόμος δεν απάντησε. Όλοι άκουσαν το τρίξιμο των δοντιών του.

Μόλις έστριψε στην Φωκυλίδου ο Φίλιππος σήκωσε το κινητό του. «Έλα» είπε σχεδόν αμέσως. «Πρέπει να το τελειώσουμε όλο αυτό. Παίρνουμε τα λεφτά κι ως εδώ! Δεν θα ταλαιπωρήσουμε άλλο την κόρη μου. Ίσως ήμασταν πολύ αισιόδοξοι ότι θα ʼδινε δύο εκατομμύρια». «Λάθος!» απάντησε η φωνή. «Ο καπτάν-Φώτος -τον ξέρω καλά- για να δώσει το ένα, είναι έτοιμος τουλάχιστον για το ενάμισι». Ο Φίλιππος ύψωσε τη φωνή του «Άκου βλάκα! Θα πάρεις τώρα να πεις ότι δέχεσαι. Θα δώσεις τις οδηγίες παράδοσης, όπως έχουμε συμφωνήσει, και τέλος. Έχω πίσω μου μια αλεπού απ’ τη Λαμία, ένα Κοτρωνά -ένα βλάχο-που κοντεύει να με…». «Φίλε κόφτο! Με κάνα δυο μέρες παίδεμα, ο Φωτίου θα τα δώσει. Άκου με!» «Φίλε, κι εγώ σου λέω ότι αν δεν πάρεις τώρα τηλέφωνο, θα τα πω όλα στην Αστυνομία. Δεν αντέχω. Η κατάσταση μ’ έχει διαλύσει. Το τελειώνουμε! Τελειώστε το τώρα!»

Γύρισε σπίτι μετά από καμιά ώρα, στάζοντας. Η ατμόσφαιρα εκεί είχε φανερά αλλάξει. Υπήρχε λιγότερη ένταση. Η Λένια τού ανήγγειλε ότι οι απαγωγείς είχαν τηλεφωνήσει ξανά κι είχαν δεχτεί το εκατομμύριο. Ο Κοτρωνάς ετοίμαζε τη βαλίτσα με το GPS.

Επιστροφή